Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Το κριτήριο εθνικού προσδιορισμού δεν είναι μόνο η γλώσσα.


Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ
Έχει αναζωπυρωθεί τελευταία και αυτό εξαιτίας της επικείμενης πληθυσμιακής απογραφής στην Αλβανία, το θέμα του αυτοπροσδιορισμού, της εθνικότητας δηλαδή για τους κατοίκους των περιοχών της Βορείου Ηπείρου (Χειμάρας, Πρεμετής, Κορυτσάς) και άλλων περιοχών.
Είναι γνωστό ότι η εθνότητα είναι το σύνολο των κατοίκων μιας χώρας που ανήκουν στην ίδια φυλή και αποτελούν το ίδιο έθνος και εθνικότητα είναι η ιδιότητα του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος, η καταγωγή από κάποιο έθνος και το σύνολο των ανθρώπων που διαβιούν σε ξένη χώρα και ανήκουν σε ένα έθνος, αποτελούντες μειονότητα, όπως συμβαίνει με τους κατοίκους της Βορ. Ηπείρου.

Το κύριο συστατικό της εθνικότητας δεν είναι μόνο η γλώσσα, αλλά η εθνική συνείδηση, η ελληνική εθνική συνείδηση. Η ελληνικότητα είναι θέμα συνείδησης, που δημιουργείται από ελληνικά βιώματα, από αισθήματα και συναισθήματα. Είναι ένα γονίδιο που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Αυτό συμβαίνει και με μας τους Βορειοηπειρώτες. Κληρονομούμε το ελληνικό γονίδιο και το κληροδοτούμε στα παιδιά και εγγόνια μας.
Υπάρχουν σε πολλές περιοχές της Βορείου Ηπείρου δίγλωσσοι και τρίγλωσσοι: Ελληνόφωνοι, Αλβανόφωνοι και Βλαχόφωνοι, οι οποίοι διαλαλούν σε όλους τους τύπους την ελληνικότητά τους και κανένας δεν δικαιούται να τους στερήσει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.
Το άρθρο 15 της Διακηρύξεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ θέτει την αρχή κατά την οποία «Παν άτομον έχει δικαίωμα εις μίαν εθνικότητα. Ουδείς δύναται να στερηθή αυθαιρέτως της εθνικότητάς του, ουδέ του δικαιώματός του να μεταβάλει εθνικότητα». Το άρθρο αυτό ας το έχουμε σοβαρά υπόψη.
Το γεγονός ότι δεν αποτελεί μόνο η γλώσσα κύριο συστατικό εθνικής συνείδησης καταφαίνεται και από τα εξής παραδείγματα:
Οι Χειμαριώτες λένε: «Η πίστη μας είναι ορθόδοξη. Μιλάμε ελληνική, αλλά και την αλβανική γλώσσα. Όλοι οι μορφωμένοι μιλούν ελληνικά. Έχουμε συνείδηση της ιστορίας μας, που μας προσδίδει μια ξεχωριστή ταυτότητα». Η ταυτότητα αυτή, η ελληνική τους ταυτότητα, τους έδωσε το δικαίωμα να εξαγοράσουν την ελευθερία τους από το Οθωμανικό κράτος.
Στις διαπραγματεύσεις για το βορειοηπειρωτικό πρόβλημα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αντικρούοντας τον ισχυρισμό ότι πολλοί μιλούσαν αρβανίτικα, στηριζόταν στην εθνική συνείδηση και όχι στη γλώσσα.
Τους έλεγε: «Ο Αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβερνήσεως, Εμμανουήλ Βέστουλης, ο Αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Δαγκλής και ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων και υπουργός των ναυτικών Κουντουριώτης, καθώς και το πλήθος των πληρωμάτων του ελληνικού στόλου έχουν μητρική γλώσσα την αλβανική. Επομένως, το θρήσκευμα και η γλώσσα δεν δύνανται να θεωρηθούν ως βεβαίες αποδείξεις εθνικότητας. Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγων είναι η εθνική συνείδηση, δηλ. η εσκεμμένη θέληση των ατόμων να καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποίαν εθνικήν οικογένειαν επιθυμούν να ανήκουν»...
Οι Σουλιώτες διαλαλούσαν την ελληνικότητά τους. Ο Λάμπρος Τζαβέλλας μήνυσε στον Αλή Πασά για το γιο του: «Εάν ο υιός μου δεν μένει ευχαριστημένος να θυσιαστεί για την Πατρίδα, αυτός δεν είναι άξιος να ζήσει και να γνωρίζεται υιός μου, μήτε πρέπει να ονομάζεται άξιος της Ελλάδος, της Πατρίδος μας».
Και η αείμνηστη Ελευθερία Νικολαΐδου, καθηγήτρια της Νεωτέρας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο βιβλίο της «Η αλβανική κίνηση στο βιλαέτι Ιωαννίνων και η Συμβολή των Λεσχών στην ανάπτυξή της», (ΙΜΙΑΧ, Ιωάννινα 1984, σ. 74-75) σχολιάζει: «Στο ελληνικό στοιχείο που μιλούσε αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα πρέπει να προστεθούν και οι Αλβανόφωνοι χριστιανοί της Βορείου Ηπείρου με την καθαρή ελληνική συνείδηση, όπως απέδειξαν τόσο οι αγώνες τους (π.χ. Χειμαριώτες), όσο και η συμμετοχή τους σε όλες τις εκδηλώσεις που προσδιορίζουν τη συνείδηση μιας εθνότητας (παιδεία, ευποιία). Αν περιοριζόμαστε μόνο στη γλώσσα για να τεκμηριώσουμε κρίσεις εθνότητας, τότε θα χαρακτηρίζαμε όλους τους Τουρκογιαννιώτες ως Έλληνες, αφού μόνο την ελληνική γνώριζαν να μιλούν».
Ας αφήσουν οι αλβανικοί σοβινιστικοί κύκλοι τις φωνασκίες, τις κραυγές και τους εκφοβισμούς, για να εκφραστούν ανεμπόδιστα, ελεύθερα και χωρίς τον φόβο των διώξεων οι Αλβανοί πολίτες και για να φανεί ο ακριβής πληθυσμός της Αλβανίας και το ακριβές ποσοστό των μειονοτήτων.
Πηγή: Πρωινός Λόγος
Διευκρίνηση:
Θεωρούμε χρήσιμο να διευκρινίσουμε ότι στη Χειμάρρα η μητρική γλώσσα δεν είναι η αλβανική αλλά η ελληνική. Ο κ. Υφαντής σίγουρα θα αναφέρεται στα τέσσερα χωριά στην περιοχή της Χειμάρρας που σήμερα είναι αλβανόφωνα δηλαδή την Πύλιουρη, το Κούδεσι , το Κυπαρό και το Βουνό. Τόσο η πόλη της Χειμάρρας όσο και τα υπόλοιπα χωριά μιλούσαν πάντα ελληνικά και ας μην τους επέτρεπαν να έχουν ελληνικό σχολείο.   

1 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

κατί τέτοια πρέπει να τα διβάζουν κάποιοι ημιμαθείς δικοι που θεωρούν τη Βορειο Ηπειρο μέχρι τη Ντερβιτσιάνη

Δημοσίευση σχολίου