Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Συνέντευξη του ΒΑΓΓΕΛΗ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

Την Τετάρτη 12 Ιανουαρίου το απόγευμα, στην αίθουσα της ‘ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ’ έγινε η επίσημη παρουσίαση του νέου βιβλίου του Βαγγέλη Παπαχρήστου ‘ΑΓΓΕΛΟΣ  ΣΤΗΝ  ΧΩΡΑ  ΤΩΝ  ΔΑΙΜΟΝΩΝ’
 Ο κ. ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ είναι ένας σύγχρονος εθνομάρτυρας του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Για το υπό παρουσίαση  βιβλίο είχε την καλοσύνη να μου μιλήσει σε αποκλειστική συνέντευξη που μου είχε δώσει για την εφημερίδα «ΝΕΟ  ΒΗΜΑ» Δελβίνου και Αγ.Σαράντα. πριν από έναν περίπου χρόνο. Είχαμε πει τότε :
«ΕΡΩΤ. Ας έλθουμε πάλι σε εσάς. Ποια είναι τα δικά σας σχέδια για το μέλλον;
ΑΠΑΝΤ.  Κατ΄ αρχάς, εύχομαι ο Θεός να μας δώσει δύναμη και υγεία. Εγώ, παράλληλα με την δημοσιογραφία, γράφω και βιβλία. Δύο βιβλία μου, ένα με διηγήματα και ‘Η Δίκη των Πέντε’ εκδόθηκε από τις Εκδόσεις ‘ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ’ του Γιάννη Σχοινά [Σημείωση δική μας ..το οποίο κάηκε από κουκουλοφόρους, μαζί με άλλα πατριωτικά βιβλιοπωλεία, στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, πριν δύο χρόνια]. Τώρα , ετοιμάζω ένα μυθιστόρημα, με τίτλο «Άγγελος στην χώρα των δαιμόνων», το οποίο έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.»
      Όντως το βιβλίο αυτό τυπώθηκε από τις Εκδόσεις ΑΛΔΕ και την παρουσίαση και την ανάλυσή του έκαναν οι κ.κ. Νίκος Κατσαλίδας (ποιητής, συγγραφέας), Αντώνης Δεσύλλας και ο συγγραφέας του έργου Βαγγέλης Παπαχρήστος, ο Βλάσης του βιβλίου, ο οποίος, με έκδηλη συγκίνηση, διάβασε και ανέλυσε αποσπάσματα από το βιβλίο του. Οι ανωτέρω είπαν χαρακτηριστικά (μερικά αποσπάσματα} :
NIKOΣ  ΚΑΤΣΑΛΙΔΑΣ
      «Η αγάπη του Βλάση και της Λύδιας αντιμετωπίζει και το πρόβλημα  του πόνου. Δεν είναι παιχνίδι αυτό, είναι το πρόβλημα του πόνου. Ένα αυθόρμητο συναίσθημα και μία αυθεντική  τραγική βιογραφική πραγματικότητα, και σε βάζουν αβίαστα στον απόηχο μίας δραματικής μυθιστορηματικής εξέλιξης, και συνάμα στην πεπατημένη μιας ρεαλιστικής, πραγματικής πλοκής, δίχως  τεχνητές μονταρισμένες σκηνές, βαρυφορτωμένες με ψεύτικες και προπαγανδιστικές εξάρσεις, όπου ο μύθος είναι πολιτικός, σε μία  ευκολοδιάβαστη αφηγηματική συγκλονιστική λογοτεχνική υπόθεση»
ΑΝΤΩΝΗΣ  ΔΕΣΥΛΛΑΣ
       Ο κ. Αντ. Δεσυλλας διάβασε το βιογραφικό του συγγραφέα, όπως αυτό αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Για το βιβλίο, αυτό καθεαυτό είπε: «Το μυθιστόρημα  του Βαγγέλη Παπαχρήστου εισέρχεται, με τρόπο μοναδικό, στο πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων και στα ανθρώπινα δράματα που δημιουργούνται από τις σχέσεις εξουσίας και υποταγής. Το βιβλίο «Άγγελος στην χώρα των δαιμόνων» αναδεικνύει τις δίνες ενός τρομερού αδιεξόδου, στο οποίο στροβιλίζονται οι πρωταγωνιστές, ο Βλάσης και η Λύδια, δύο νέοι με δίψα  για ζωή, δίψα για  να χαρούν τον έρωτά τους, την αγάπη τους».  

ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ «Από πολύ χρόνο, μπροστά από 5,6,7 χρόνια, μέσα στον νου μου έπλαθα αυτές τις ιστορίες, αυτά τα συμβάντα, αυτά τα μικροσκίτσα της ζωής. Και άρχισα σιγά – σιγά τα πρώτα μου σκίτσα, τα πρώτα μου διηγήματα  αυτής της ζωής να τα δίνω στο χαρτί, σε μορφή διηγημάτων. Όταν ο Νίκος Κατσαλίδας, ο καλός μου φίλος, τα διάβασε, μου είπε : «Βαγγέλη, αυτά είναι σκιτσογραφήματα, είναι διηγήματα, είναι εξομολογήσεις, είναι κεφάλαια ενός σύγχρονου μυθιστορήματος». Οπότε μου γεννήθηκε αυτή η ιδέα πως αυτά τα διηγήματα, αυτά τα σκιτσογραφήματα να τα συμπλέξω, να τα συμμάσω γύρω από έναν ιστό, γύρω από έναν κορμό και έτσι να φτιάξω αυτό το μυθιστόρημα».        
     Έκτακτα σχόλια για το βιβλίο και τα σκληρά χρόνια που περιγράφει έκαναν 1) Ο βάρδος του Ηπειρώτικου δημοτικού τραγουδιού κ. Σάββας Σιάτρας. Ο κ. Σιάτρας έχει προσωπική γνώση από την καταπίεση του Ελληνικού στοιχείου στην Αλβανία, γιατί από πολύ νωρίς επισκεπτόταν τα μέρη αυτά και έκανε ότι μπορούσε να ανακουφίσει τον εκεί Ελληνισμό, 2) Ο ένθερμος αγωνιστής του Βορειοηπειρωτικού, εκπαιδευτικός και λογοτέχνης κ. Απόστολος Παπαθεοδώρου, ο οποίος αναφέρθηκε και στην αιτούμενη διπλή υπηκοότητα των Βορειοηπειρωτών και τους επεσήμανε να προσέξουν κάποιες παγίδες που εμπεριέχονται στους διάφορους νόμους και κανονισμούς, που μπορούν  να αποβούν εις βάρος τους.
Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και ο Αντιπεριφερειάρχης, βορειοηπειρωτικής καταγωγής, κ. Μπάμπης Καραθάνος, ιερέας αντιπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς, μέλη της Νεολαίας Βορειοηπειρωτών κ.α.

                       Η προσωπική μας γνώμη για το βιβλίο είναι η εξής.
Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό πράγματι βιβλίο, το οποίο  συνδυάζει πάρα πολλά πράγματα.: α] αυτοβιογραφικά στοιχεία του παρελθόντος του συγγραφέα μαζί με έντονα συναισθήματα, δικά του και των γύρω του, β] συγκλονιστική αφήγηση, που συνδυάζει την αντικειμενικότητα με τον λυρισμό, γ] διαχρονικά  ήθη και έθιμα της Βορείου Ηπείρου που είναι άρρηκτα δεμένα με τον Ελληνικό τρόπο σκέψης και ζωής, αλλά, δ] πάνω από όλα, τον σκληρό και το ‘κακομοιρίστικο’ τρόπο ζωής που τους είχε επιβάλλει το ‘κόμμα’ του αλήστου μνήμης ‘Αρχηγού’. Και φυσικά, πάνω από όλα, δεσπόζει η προσωπικότητα της πρώτης συζύγου του συγγραφέα, της Λύδιας, η οποία είναι ο ΑΓΓΕΛΟΣ, ενώ οι ΔΑΙΜΟΝΕΣ είναι οι άνθρωποι του ‘κόμματος’, οι ομοϊδεάτες και οι συνοδοιπόροι τους, που έχουν σαν απώτερο κίνητρο το ατομικό τους συμφέρον και την ικανοποίηση των κατωτέρων τους ενστίκτων. .
       Το έργο αρχίζει με την γνωριμία του ‘Βλάση’ (δηλ. του συγγραφέα κ. Β.Π.) και της Λύδιας (δηλ. της πρώτης του συζύγου Τέφτας), στο σχολείο της Κάνουλας (δηλ. της Κρανιάς), όπου υπηρέτησαν, ως συνάδελφοι δάσκαλοι, και τελειώνει με τον θάνατο της Λύδιας από την ‘επάρατη νόσο’. Στο σχολείο αυτό πρωτοσυναντήθηκαν, νεαρά παιδιά τότε και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα, κλέφτηκαν, παντρεύτηκαν και έκαναν και δύο παιδιά  Ο χαρακτηρισμός της Λύδιας ως αγγέλου δεν αναφέρεται μόνο στην φυσική της ομορφιά, αλλά και στην καλοσύνη της, μία ιδιότυπη καλοσύνη που συνδυάζεται με δύναμη ψυχής. Επίσης, μπορεί να πει κανείς ότι έχει και την ικανότητα του προστάτη αγγέλου της οικογένειάς της, μια και ο σύζυγός της, [τουλάχιστον έτσι όπως εμφανίζει ο ίδιος τον εαυτό του], λόγω του ότι πέρασε πολλά βάσανα ο ίδιος και η οικογένειά του επειδή ο πατέρας του είχε άδικα χαρακτηριστεί ‘κουλάκος’, είχε πολλές τραυματικές εμπειρίες. Εδώ θα ανοίξουμε μία παρένθεση και θα πούμε ότι η Λύδια έχει τα χαρακτηριστικά και των άλλων νέων Ελληνίδων γυναικών της Βορείου Ηπείρου, όπως εμφανίζονται στο βιβλίο : είναι πεντάμορφες, πανέξυπνες, άριστες σύζυγοι και μητέρες, μαχητικές και καταπιάνονται με επιτυχία σε ό,τιδήποτε επιχειρήσουν..
       Η Λύδια δεν διστάζει, για χάρη της αγάπης της για τον Βλάση, να δώσει κερδοφόρες μάχες στην αρχή ενάντια στον πατέρα της, την οποία κέρδισε και με την βοήθεια της μητέρας της αλλά και με το ότι ο πατέρας της την αγαπούσε και ήθελε να την δει ευτυχισμένη. Και μετά, ενάντια στους ανθρώπους του ‘κόμματος’ της τοπικής κοινωνίας, οι οποίοι ήσαν θλιβερά και κομπλεξικά ανθρωπάρια και κατέλαβαν τις κομματικές τους θέσεις με όποιο κόστος, μόνο και μόνο για να κάνουν την ζωή των άλλων δύσκολη. Επιτέθηκαν και στην ίδια αλλά έσπασαν τα μούτρα τους πάνω στην αγέρωχη στάση της. Ο Βλάσης υπέστη και αυτός τις επιθέσεις τους, όντας όμως σε μειονεκτικότερη θέση, ως γιος ‘κουλάκου’, αλλά και πάλι η Λύδια ήταν δίπλα του να τον στηρίζει και να τον ενθαρρύνει. Την μόνη μάχη που δεν μπόρεσε να κερδίσει ήταν αυτή με την επάρατη νόσο, και πάλι λίγο πριν φύγει για το ταξίδι χωρίς γυρισμό, σκεπτόταν αυτόν και τα παιδιά, που τους άφηνε μόνους τους
      Η πρώτη που χαρακτήρισε την Λύδια ‘ΑΓΓΕΛΟ’ ήταν η πεθερά της η κ. Χρυσάνθη, η πολυβασανισμένη μητέρα του Βλάση, που και αυτή ήταν ένας άγγελος που της στέρησαν, άδικα των αδίκων τον ανεξίκακο σύντροφό της, (στην πραγματικότητα τον δολοφόνησαν}, της απαγόρευσαν να τον θάψει χριστιανικά, της στέρησαν τους πόρους για να ζήσει τα παιδιά της, τα οποία και στιγμάτισαν, και ουσιαστικά προσπάθησαν να εξοντώσουν όλη την οικογένειά της. Η ίδια όμως δεν λύγισε, πάλεψε, μπόρεσε ολομόναχη να αναστήσει τα παιδιά της, τα βάσανα που τράβηξε, όμως της στέρησαν την υγεία της. Ο ζαχαρώδης διαβήτης την έριξε τελικά στο κρεβάτι του πόνου και της στέρησε το φως από τα φυσικά της μάτια, όχι όμως και από τα μάτια της ψυχής της. Με αυτά είδε την καλοσύνη της νύφης της και ΠΡΩΤΗ την απεκάλεσε ‘ΑΓΓΕΛΟ’. Και εδώ υπάρχει μία τραγική ομοιότητα, μεταξύ πεθεράς και νύφης, το ότι τυφλώθηκαν και οι δύο, η μία από τον σακχαρώδη διαβήτη, η άλλη από τον κακοήθη όγκο στον εγκέφαλο, ο οποίος την έστειλε τελικά στον τάφο. Kαι μία άλλη τραγική ομοιότητα: και οι δύο γυναίκες ξεψύχησαν στο στήθος του Βλάση.  
       Οι ΔΑΙΜΟΝΕΣ είναι το καθεστώς και οι πραιτοριανοί του. Από πού να αρχίσει και που να τελειώσει κανείς! Κατ’ αρχάς, το καθεστώς, το οποίο δημιουργήθηκε, υποτίθεται, για να οργανώσει τους πολίτες του να ζήσουν μία φυσιολογική ζωή, είναι τελικά αυτό που, όχι μόνο τους καταδυναστεύει, αλλά, δια μέσου των πραιτοριανών του, τους συλλαμβάνει, τους βασανίζει, τους δολοφονεί εν ψυχρώ, τους διαπομπεύει και στιγματίζει δια βίου αυτούς και  τα παιδιά τους. Τους βάζει και δουλεύουν σαν είλωτες, ανεξάρτητα από τις γνώσεις ή τις ικανότητες του καθενός και από την άλλη δεν είναι σε θέση να τους παρέχει ούτε τα απαραίτητα αγαθά ή χρήματα για να επιβιώσουν : τα πάντα διανέμονται με ΔΕΛΤΙΟ, σε σημείο να ζητιανεύουν και το ψωμί.. Και όποιος τολμήσει να δυσανασχετήσει απλώς, έστω και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, βρίσκεται άσχημα μπλεγμένος και παίρνει τον δρόμο για τις απάνθρωπες φυλακές του καθεστώτος. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που τα μέλη της ίδιας οικογένειας αδυνατούν να υπερασπιστούν κάποιο ‘θιγμένο’ μέλος, αλλά και το ίδιο το θιγμένο μέλος εγκρίνει αυτή τους την στάση, γιατί δεν θέλει να τους βάλει σε μεγαλύτερους μπελάδες.

       Ιδιαίτερα απεχθές είναι το γεγονός ότι γκρέμισαν τις εκκλησίες, οι οποίες, εκτός από τόποι λατρείας, ήταν αυτές και το περιεχόμενό τους, αμύθητοι αρχαιολογικοί θησαυροί. Φυσικά, η εντολή ήταν του Αρχηγού, την οποίαν ανέλαβαν να υλοποιήσουν τα κομματόσκυλά του, βάζοντας την νεολαία να το κάνει, δήθεν με δική της πρωτοβουλία. Γκρεμίστηκαν εκκλησίες, μοναστήρια, αλλά και τζαμιά και τεκέδες και όσοι θρησκευτικοί χώροι γλίτωσαν το γκρέμισμα, μετατράπηκαν σε στάβλους και αποθήκες σιτηρών. Η εκκλησία της Παπαράχης (χωριού του Βλάση), γκρεμίστηκε συθέμελα και, μαζί με τα πολύτιμα αντικείμενά της, κομματιασμένα και σπασμένα, σχημάτισε έναν μεγάλο σωρό. Από αυτό το οικοδομικό υλικό κτίστηκε ο φούρνος του χωριού, ο οποίος έκαιγε για κάμποσο διάστημα χρησιμοποιώντας ως καυσόξυλα τις ΙΕΡΕΣ  ΕΙΚΟΝΕΣ και τα διάφορα περίτεχνα  ξυλόγλυπτα της εκκλησίας. Ο ιερέας της εκκλησίας, πατήρ Μιχάλης, παρόλο ότι ήταν πολύ άρρωστος, σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία και προσπάθησε να την σώσει, αλλά έτυχε περιφρονητικής αντιμετώπισης από τους καταστροφείς της. Έπεσε αναίσθητος επί τόπου, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου αρνούμενος να φάει και να πιει, πέθανε από τον καημό του. Ενταφιάσθηκε χωρίς θρησκευτική τελετή και κάποιος το βράδυ του έβαλε κρυφά πάνω στον τάφο του έναν ξύλινο σταυρό.
          Μία άλλη ιστορική μαρτυρία που μας δίνει ο συγγραφέας είναι η κατασκευή των περίφημων ‘πολυβολείων’ από σιδηρομπετά, στην οποίαν έλαβε μέρος και ο Βλάσης. Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε στην περιγραφή ότι την κατασκευή αυτή κωλυσιεργεί και η φύση, δημιουργώντας κακές καιρικές συνθήκες, διαμαρτυρόμενη για αυτό το οικολογικό αίσχος, που δημιουργήθηκε στα πλευρά του βουνού, κοντά στα σύνορα με την ‘μοναρχοφασιστική’  Ελλάδα  Το μήνυμα της κατασκευής ήταν διπλό, αφ’ενός προς την Ελλάδα, να μην τολμήσει και επιτεθεί στην Αλβανία και αφ’ετέρου προς τους Βορειοηπειρώτες Έλληνες, να μην  τολμήσουν να δραπετεύσουν στην Ελλάδα. Και γενικά στο βιβλίο, η φύση, ως έκφραση του Θεού, δημιουργεί  ακραία καιρικά φαινόμενα και μαζί με τα ζώα που ουρλιάζουν ή κρώζουν πένθιμα, αποτελεί ένα είδος διαμαρτυρίας στα ανοσιουργήματα των άθεων κομματικών ανδρεικέλων.
        Η μόνη εύθυμη νότα του βιβλίου είναι ο ‘κινεμάς’, δηλαδή η κινητή μονάδα κινηματογράφου, που πήγαινε από χωριό σε χωριό, παίζοντας διάφορες ταινίες, η επιλογή των οποίων είχε περάσει και αυτή από  40 κύματα. Ήταν η ψυχαγωγία της πιτσιρικαρίας, που του είχε δώσει αυτό το όνομα, όταν έβλεπε τους ανθρώπους της μονάδας να έρχονται και στους οποίους επιφύλασσαν ενθουσιώδη υποδοχή. Αλλά και εδώ  είχαμε το λεγόμενο ‘χάσμα των γενεών’. Οι γιαγιάδες εύρισκαν τις σκηνές, ειδικά των ξένων ταινιών, πολύ τολμηρές, και διαμαρτύρονταν, με αποτέλεσμα να σημειώνονται σπαρταριστοί διάλογοι με αυτούς που ήθελαν να δουν την συνέχεια της ταινίας.
       Γενικά, οι ήρωες του βιβλίου ζουν σε ένα ζοφερό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι ‘άνθρωποι του κόμματος’, η ανέχεια, η μιζέρια, η έλλειψη στοιχειωδών πόρων επιβίωσης, η καταπάτηση κάθε ανθρώπινου δικαιώματος, αξιοπρέπειας και ελευθερίας και γενικά Ο  ΦΟΒΟΣ  και Ο  ΤΡΟΜΟΣ. Περίπτωση να βρουν το δίκιο τους δεν υπάρχει, γιατί όλοι οι άνθρωποι του κόμματος, από τον Αρχηγό, μέχρι και τον τελευταίο κομματικό τροχό της αμάξης στο πιο απομακρυσμένο χωριό, θεωρούν τον εαυτό τους παντοδύναμο με δικαίωμα ζωής και θανάτου, πάνω στους άτυχους συντοπίτες τους. Ένας και μόνο σωστός άνθρωπος του κόμματος βρέθηκε, ο Πρώτος Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής του Νομού, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την αποκατάσταση του Βλάση (χωρίς να έχει προσωπική γνωριμία μαζί του), αλλά η παρέμβασή για την αποκατάστασή του αυτή, όχι μόνο ‘θάφτηκε’, αλλά έγινε η αιτία τα μέλη της κομματικής επιτροπής του χωριού να καταμαυρίσουν τα χαρτιά του Βλάση.
       Όμως, υπάρχει μία αντίσταση σε όλα αυτά. Οι απλοί κάτοικοι αντιστέκονται με το να δείχνουν αλληλεγγύη ο ένας στον άλλον, και ειδικά οι γυναίκες να μπαίνουν και μπροστάρισες και να αντιμιλούν στους διάφορους κομματικούς που θέλουν να τους κάνουν την ζωή δύσκολη και οι οποίοι, συν τοις άλλοις, τις παρενοχλούν και σεξουαλικά. Επίσης, η φύση, ως θεϊκή έκφραση, αντιστέκεται και διαμαρτύρεται στα μασκαριλίκια των κομματικών, δημιουργώντας διάφορα φυσικά φαινόμενα, με αποκορύφωση την αντίσταση του βουνού, που του έμπηξαν πολυβολεία από σιδερομπετά. Σε αυτά θα προσθέσουμε τον σοβαρό κλονισμό της υγείας του Αρχηγού, ο οποίος κινεί τα νήματα σε όλα αυτά, συν την εμφάνιση του ‘ρεβιζιονισμού’ δηλ. της αναθεώρησης και ουσιαστικά της αμφισβήτησης των αρχών του κόμματος, που αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι η κατάσταση θα αλλάξει, και αυτή την φορά,  προς το καλύτερο.  
                                                                                            ΘΩΜΑ’Ι’Σ   ΠΑΡΙΑΝΟΥ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου