Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Συμβολή στην ιστορία του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού στα τέλη του 16ου αιώνα: Ματθαίος Παπαγιάννης



Μία σπουδαία προσωπικότητα της Βορείου Ηπείρου του 16 αιώνα  που δεν έτυχε της προβολής που αξίζει


Της Κατερίνας Κορρέ*
Η ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571 υπήρξε η μητέρα όλων των συνωμοτικών κινήσεων που σημειώθηκαν στα Βαλκάνια από τη σύσταση της Ιερής Αντιτουρκικής Συμμαχίας ως και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Στις βασικές αιτίες των κινήσεων αυτών συγκαταλέγεται η ένταση στη φορολογική πολιτική της Υψηλής Πύλης -που χρειαζόταν ρευστό για να χρηματοδοτήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο ανατολικό μέτωπο-, σε συνδυασμό με περιόδους ύφεσης στην τοπική αγροτική παραγωγή. Αυτή η κάμψη ήταν ιδιαιτέρως αισθητή σε μια βορειοηπειρωτική περιφέρεια με έντονο ανάγλυφο, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως χαμηλή απόδοση των υπαρχόντων καλλιεργειών. Περαιτέρω, η στροφή σε επικερδέστερες επαγγελματικές δραστηριότητες, όπως το εμπόριο κτηνοτροφικών ειδών, ήδη έντονο από τα μέσα του 16ου αιώνα, έφεραν σε στενή επαφή τους πληθυσμούς αυτούς
με τη Δύση –επέκταση που ήρθε να προστεθεί, εν πολλοίς, στο εξελιγμένο εμπορικό δίκτυο της Ανατολής και των βορειότερων βαλκανικών περιοχών της Μολδοβλαχίας. Από την άλλη μεριά, κριτήριο της πολλαπλής πολιτικής προσέγγισης την περίοδο αυτή που ο συνασπισμένος χριστιανικός κόσμος φαινόταν αποφασισμένος να αντιταχθεί στην οθωμανική επεκτατικότητα, ήταν ασφαλώς το χριστιανικό θρήσκευμα.
Μνεία ενός ισχυρού παράγοντα της περιοχής γίνεται κυρίως στα βενετικά και ισπανικά αρχεία. Πρόκειται για τον Ματθαίο Παπαγιάννη, πρόσωπο που φέρεται να εμπλέκεται σε προπαρασκευαστικές ενέργειες εξεγέρσεων στην περιοχή του σαντζακίου του Δέλβινου την εικοσαετία που ακολούθησε τη ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Ο Παπαγιάννης ήταν μεγαλέμπορος μεταξιού από το Αργυρόκαστρο. Το νέο υλικό που εντοπίσαμε στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας μάς επιτρέπει να σχηματίσουμε μια ιδέα για το εύρος των δραστηριοτήτων του: ήδη στα 1563 καταθέτει μήνυση εναντίον του ένας βενετός έμπορος, ο Andrea de Simon, επειδή είχε καταφέρει να τον εκτοπίσει από το εμπορικό του πόστο, στη γέφυρα του Ριάλτο. Στα σχετικά έγγραφα γίνεται αναφορά για την έναρξη της εμπορικής δραστηριότητας του Παπαγιάννη στη Βενετία -που ήταν το 1552-, έτος κατά το οποίο είχε καταφέρει, μέσω των διασυνδέσεών του με πρόσωπα στη βενετική μητρόπολη, να χρησιμοποιήσει της προνομιακές διατάξεις υπέρ των Ναυπλιέων και των Μονεμβασιωτών προσφύγων τις οποίες είχε θεσπίσει το βενετικό κράτος μετά την απώλεια των περιοχών αυτών, προβάλλοντας τη συνεργασία του με παραγωγούς μεταξοσκώληκα της Πελοποννήσου. Εκτός από τη Βενετία, ο Παπαγιάννης διατηρούσε αρκετές αποθήκες εμπορευμάτων στην Κέρκυρα, που ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός εξαγωγής των εμπορευμάτων του στη Δύση, αλλά και στη Σαγιάδα στα απέναντι ηπειρωτικά παράλια.
Εκτός από τον γνωστό ιστοριοδίφη Κωνσταντίνο Μέρτζιο που δημοσίευσε ορισμένα έγγραφα του 18ου αιώνα για τους απογόνους του Παπαγιάννη, την πολύπλευρη δράση του βορειοηπειρώτη έφερε στην επιφάνεια σημαντική μελέτη του Ιωάννη Χασιώτη σχετικά με τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Ιωακείμ και τις επαναστατικές κινήσεις στη Βόρειο Ήπειρο την πενταετία 1571-76 και τη δεκαετία του 1990 (1994) ο José Manuel Floristan. Και οι δύο ιστορικοί χρησιμοποιούν έγγραφα από το ισπανικό αρχείο Simancas, στα οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα η δράση του Παπαγιάννη και συγκεκριμένα η προσπάθειά του να υποκινήσει το ενδιαφέρον του ισπανού βασιλέα και του αντιβασιλέα της Νεαπόλεως για την στρατιωτική υποστήριξη μιας γενικευμένης εξέγερσης στην περιοχή της Ηπείρου.
Ωστόσο, η παρουσία του Παπαγιάννη στη Βενετία χρήζει ιδιαίτερης έρευνας επειδή είναι σε θέση να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες για την οικονομική και κοινωνική του κατάσταση. Είναι εξίσου σημαντική γιατί αποκαλύπτει μια προηγούμενη, ανάλογη δράση σε αναφορά προς το βενετικό κράτος. Η πρόσκληση για την ανάπτυξη ενός γενικευμένου αντιπερισπασμού στη βόρεια Ήπειρο ξεκίνησε ήδη κατά τη διάρκεια του κυπριακού πολέμου 1570-71, εξακολούθησε με το πέρας του και ανεκόπη μόνο με την σύναψη μονομερούς βενετοτουρκικής ειρήνης, τον Μάρτιο του 1573.
Στις 31 Οκτωβρίου 1579, ο Παπαγιάννης βρίσκεται στη Βενετία, όπου και καταθέτει αίτηση για χορήγηση οικονομικού βοηθήματος από τις βενετικές αρχές. Στο έγγραφο αυτό επικαλείται ιδιαίτερες υπηρεσίες προς το βενετικό κράτος που είχαν να κάνουν με εξέγερση στην επαρχία Αργυροκάστρου, territorio dEpiro. Ο Παπαγιάννης ισχυρίζεται ότι είχε προσεγγίσει τον γενικό αρχηγό του συμμαχικού στόλου Sebastian Venier, στον οποίο είχε εκθέσει προφορικά την προσφορά του τονίζοντας ότι η προσωπική του επιρροή στους τοπικούς παράγοντες της περιοχής ήταν τέτοια, ώστε να είναι σε θέση να υποσχεθεί την ανάφλεξη της περιοχής από την Αυλώνα ως τη Λευκάδα. Αυτοχαρακτηριζόταν βαρώνος μεγαλογαιοκτήμονας και προσέθετε ότι είχε συγκεντρώσει, εκτός από σημαντικό κεφάλαιο που κατέθετε ο ίδιος για τους σκοπούς του αγώνα, προσφορές και χρηματικές δωρεές από τους primari της περιοχής. Ωστόσο, οι Βενετοί δεν έστερξαν να παρασταθούν στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν τα συνωμοτικά σχέδια και τη συμβολή του σε αυτά, δήμευσαν την περιουσία του, αιχμαλώτισαν την οικογένειά του –τη σύζυγο, τους τρεις γιους και τη μια του κόρη- και τον καταδίωξαν. Μετά από πολλές περιπέτειες, βρήκε καταφύγιο στην αυλή του Πρίγκιπα της Μολδαβίας, στον οποίο κατέβαλε σημαντικό ποσό για να μην τον παραδώσει στους Τούρκους. Με την πρώτη ευκαιρία και ενώ η πύλη εντόπισε τα ίχνη του, κατάφερε να διαφύγει και μέσω Ελβετίας να μπει στη βενετική ενδοχώρα. Εκτός από το οικονομικό βοήθημα, ο Παπαγιάννης ζητούσε από τη Βενετία να τον παρουσιάσει στον πάπα, προκειμένου ο τελευταίος να τον βοηθήσει οικονομικά να απελευθερώσει τα μέλη της οικογένειάς του που κρατούνταν στην Κωνσταντινούπολη.
Τους ισχυρισμούς Παπαγιάννη εξέτασε η βενετική Σύγκλητος, ζητώντας τη γνωμοδότηση του Giacomo Foscarini, ο οποίος ήταν αρχηγός του στόλου την περίοδο του πολέμου. Ο Foscarini επιβεβαίωσε ότι ο Παπαγιάννης τον είχε προσεγγίσει στην Κέρκυρα διαβεβαιώνοντάς τον για την επιτυχία του επαναστατικού εγχειρήματος. Η γνωστή οικονομική του επιφάνεια δεν μου επέτρεψε να τον απομακρύνω, τόνισε ο Βενετός στη γνωμοδότησή του και έτσι προτίμησα να ακούσω όλο το σχέδιο. Σε αυτό εμπλέκονταν 40 πρόσωπα, όλα από την περιοχή Αργυροκάστρου-Δέλβινου, καθώς και ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, συστατική επιστολή του οποίου επεδείκνυε ο Παπαγιάννης. Την περίοδο εκείνη φαινόταν πολλά υποσχόμενο ένα σχέδιο παράλληλης εξέγερσης στο βορρά, σε συνδυασμό με μια ανάλογη κίνηση στο Μοριά. Όμως, τα σχέδια ματαιώθηκαν από την απουσία του συμμαχικού στόλου σε επιχειρήσεις στα ανατολικά, τον ερχομό του χειμώνα και φυσικά, τη συνομολόγηση βενετοτουρκικής ειρήνης. Ο Παπαγιάννης προδόθηκε και οι Τούρκοι τον καταδίωξαν, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοκληρωτικά. Μπορεί να μην ξέρουμε όλες τις λεπτομέρειες, κατέληγε ο Foscarini, όμως η Γαληνότατη πρέπει να επιβραβεύει όχι μόνο τα αποτελέσματα αλλά και τις προθέσεις των φίλων της.
Μετά από τη γνωμοδότηση αυτή, η Σύγκλητος υπήρξε ιδιαιτέρως γενναιόδωρη: αποφάσισε να του παραχωρήσει ετήσια χορηγία ύψους 100 δουκάτων, επίδομα που θα καταβαλλόταν και στους νόμιμους απογόνους του. Πράγματι, το επίδομα καταβαλλόταν έως και το 1703, αρχικά στην κόρη του Αργυρώ που φαίνεται να απελευθερώθηκε μέσα στη δεκαετία 1590-1600, οπότε και υποθέτουμε το θάνατο του Παπαγιάννη.
Εντούτοις, η Βενετία είχε εξαπατηθεί, στο βαθμό που ο Παπαγιάννης είχε καταφέρει να αποκρύψει τις δραστηριότητές του μεταξύ των ετών 1573-1579. Φυσικά, αν διαπίστωνε ότι ο πολυμήχανος βορειοηπειρώτης είχε ακολούθως προσεταιριστεί τους άσπονδους φίλους της Ισπανούς, δεν υπήρχε περίπτωση να τον επιβραβεύσει. Αποδεικτικό στοιχείο αποφασιστικής σημασίας υπήρξε μια fede, ένα πιστοποιητικό δηλαδή, το οποίο επεσύναψε ο Παπαγιάννης στην αίτησή του και προερχόταν από τον προαναφερόμενο πρίγκιπα της Μολδαβίας.
Πού βρισκόταν πραγματικά ο Παπαγιάννης την περίοδο 1573-1579; Μεταξύ Μαδρίτης, Νεαπόλεως, Κωνσταντινούπολης και Βουκουρεστίου. Οι επαφές μεταξύ Παπαγιάννη και Ισπανών ξεκίνησαν στην Κέρκυρα, με τη μεσολάβηση ενός άλλου βορειοηπειρώτη, του Πάνου Στόλικου. Πρόκειται για επίσης έμπορο, που όμως δεν φαίνεται να είχε σχέσεις με τη Βενετία. Το επώνυμό του αποδίδεται παραφθαρμένα στην ελληνική βιβλιογραφία ως Κεστόλικος, Κεστόλνικος, Παστόλνικος, λόγω της λανθασμένης μεταγραφής ελληνικής επιστολής του αρχιεπισκόπου Αχρίδος, στην οποία μνημονεύεται μαζί με τον Παπαγιάννη, καθώς και στα ισπανικά έγγραφα που εκλατινίζουν το επώνυμό του. Από τα έγγραφα όμως που συγκεντρώσαμε και κυρίως από την οιονεί διαθήκη του που κατατέθηκε στις βενετικές αρχές της Κέρκυρας, προκύπτει με ασφάλεια ο ορθός τύπος γραφής του ονοματεπωνύμου του.
Ο Στόλνικος διαπραγματευόταν με τους Ισπανούς πολύ πριν τον Παπαγιάννη, όμως δεν εμφανίζεται να δρα προ του 1573. Στο τέλος του 1569 βρισκόταν στην Κέρκυρα, όπου κατέθεσε στο εκεί βενετικό ταμείο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, για ασφάλεια. Μαζί με το ποσό αυτό άφησε και ένα πακέτο ερμητικά κλεισμένο και με τη βούλα του, το οποίο, όπως είχε δηλώσει, έπρεπε να ανοιχτεί 5 μήνες μετά, στην περίπτωση που δεν το αναζητούσε ο ίδιος. Κατά προφορική δήλωσή του στον βενετό contestabile, επρόκειτο να κάνει ένα επικίνδυνο ταξίδι προκειμένου να απελευθερώσει τον αδελφό του και τη γυναίκα του από τις τουρκικές φυλακές. Το πακέτο ξεχάστηκε. Με την αλλαγή της διοίκησης και αφού είχαν περάσει 15 μήνες από την κατάθεση, ο τοπικός διοικητής έσπασε τη βούλα και το άνοιξε. Βρήκε μέσα 4.265 παλιά βενετσιάνικα δουκάτα, σουλτανίνια και ουγγαρέζικα, συνολικής αξίας 7.000 χρυσών δουκάτων περίπου. Σε ιδιωτικό έγγραφο που μετέφρασαν από τα ελληνικά, ο Στόλνικος σημείωνε τις τελευταίες του επιθυμίες: το ποσό του πακέτου έπρεπε να μοιραστεί ως εξής: στο Άγιο Όρος να δοθούν 2000 δουκάτα και στον αγνώστων λοιπών στοιχείων abbate di Theologo, 200. Ο τελευταίος έπρεπε να ξοδέψει τα χρήματα σε αγαθοεργίες. Κατά τα λοιπά, ορίζονταν εκτελεστές της διαθήκης οι βενετικές αρχές της Κέρκυρας, οι οποίες έπρεπε να εκλέξουν πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους αφενός για να παραδώσει τα χρήματα στις μονές του Όρους και αφετέρου για να διαθέσει τα υπόλοιπα στους ανήμπορους του νησιού. Σημειώνεται ότι δεν υπήρχε εν ζωή κανένας συγγενής του για να διεκδικήσει τα χρήματα αυτά.
Σε περίοδο πολέμου ευρισκόμενη, η Βενετία δεν σεβάστηκε τις επιθυμίες του Στόλνικου. Τα χρήματά του ξοδεύτηκαν αμέσως για την αγορά σιτηρών για το στράτευμα, αφού υποτίθεται ότι ο Στόλνικος δεν βρισκόταν πιθανότατα στη ζωή. Επρόκειτο για κατάφωρη υπεξαίρεση του κατατεθειμένου ποσού, εφόσον σε επίσημη έκθεσή του με ημερομηνία 29 Δεκεμβρίου 1572, ο Venier σημειώνει ότι τον προηγούμενο χρόνο είχε συνομιλήσει με τους Παπαγιάννη και Στόλνικο για τα γεγονότα στο Σοποτό.
Το 1573, οι δύο βορειοηπειρώτες εντοπίζονται στη Νάπολη, έχοντας ακολουθήσει τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, που στήριζε τις προτάσεις τους για συνεργασία και μάλιστα, τις παρουσίασε στην ισπανική αυλή. Ο Στόλνικος φαίνεται ότι παρέμεινε στη Μαδρίτη ενώ ο Παπαγιάννης επέστρεψε στη Νάπολη έχοντας αναλάβει ως αποστολή να μεταφέρει επίσημο γράμμα του ισπανού βασιλέα προς τους προύχοντες της Ηπείρου. Στα μέσα του 1575 φέρεται να αποβιβάζεται, μαζί με τον διαβόητο βάσκο κατάσκοπο Antonio de Echavarri στη Χιμάρα. Οι οδηγίες για τον τελευταίο ήταν σαφείς: να διαπιστώσει αν οι ισχυρισμοί τού Παπαγιάννη αλήθευαν και να προβεί σε λεπτομερέστατη καταγραφή της ευρύτερης περιοχής και, κυρίως, των διαθέσεων των κατοίκων.
Από το τέλος του 1575 και ως το 1577 δεν υπάρχουν ίχνη των Παπαγιάννη και Στόλνικου. Πιθανολογούμε ότι ο δεύτερος είχε παραμείνει στη Μαδρίτη ή στη Νάπολη. Ο Παπαγιάννης όμως, που είχε δοσοληψίες με εμπόρους της Κωνσταντινούπολης αλλά και με το Πατριαρχείο, εκμεταλλεύτηκε πιο αποδοτικά το χρόνο του. Έχοντας ορμητήριο τη Μολδαβία, όπου μπορούσε να καλύψει τα ίχνη του, κατάφερνε να μπαίνει ανενόχλητος στην Κωνσταντινούπολη. Σε μια ερημική ακτή, 12 ημερών απόσταση από την Πόλη, τον συνάντησε στα τέλη του Ιανουαρίου του 1577 ο ισπανός κατάσκοπος Martin de Acuña.
Ο Παπαγιάννης τού έδωσε πληροφορίες για την κατάσταση στη βόρεια Ήπειρο: οι σπαχήδες είχαν αποσυρθεί και η τουρκική παρουσία είχε ατονήσει· θα ήταν πολύ εύκολο να εδραιωθεί μια εξέγερση, αν φυσικά οι Ισπανοί κάλυπταν τα παράλια. Ο τουρκικός στόλος ετοιμαζόταν να χτυπήσει την Κρήτη ή τη Μάλτα και ο ίδιος ο Παπαγιάννης λογάριαζε να φύγει για τη Νάπολη με νέα σχέδια εξέγερσης στις αποσκευές του.
Στην Πόλη, ο de Acuña είχε επαφές με τον πατριάρχη Ιερεμία τον Τρανό αλλά και τον τούρκο βεζίρη Μεχμέτ πασά. Ο φόβος για τη Μάλτα –τον οποίο εν αγνοία του είχε θίξει και ο Παπαγιάννης- υπήρξε μοιραίος για τους Ισπανούς: τελικά, προτίμησαν να συνομολογήσουν ειρήνη με την Πύλη το 1578, παρά να διακινδυνεύσουν να αντιμετωπίσουν, μόνοι, ένα γενικευμένο πόλεμο.
Στον Παπαγιάννη, που έφευγε εσπευσμένα και από τη Μολδαβία, απέμεινε ένα πενιχρό αντίδωρο από την Ισπανία του Φιλίππου του 2ου: 12 σκούδα μηνιαίως, εφ΄όρου ζωής.
Τουλάχιστον, έστω και εξαπατημένη, η Βενετία υπήρξε πιο γενναιόδωρη.-

* Η Κατερίνα Κορρέ είναι Διδάκτωρ του Ιόνιου Πανεπιστημίου στο Τμήμα Ιστορίας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου